Ένα μικρό δείγμα όρων που περιέχονται στο λεξικό.

αβανγκαρντισμός (γαλλ. avant-gardisme) 1) Όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει την πολιτική τάση που εμφανίστηκε σε κινήματα νεολαίας, κυρίως της αριστεράς, με βασικό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της τάσης αυτής, πρωτοπόρα στην επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι η εργατική τάξη, όπως διδάσκει ο μαρξισμός-λενινισμός, αλλά η νεολαία με την αυθόρμητη επαναστατική της δύναμη για τη διεκδίκηση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. 2) Αργότερα, ο όρος έλαβε γενικότερη σημασία που αφορά την πρωτοπορία σε πολιτικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά κινήματα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται διάφορα πρωτοποριακά καλλιτεχνικά ρεύματα, με κοινό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση των καθιερωμένων καλλιτεχνικών αξιών. Οι πιο σημαντικές πρωτοποριακές σχολές ήταν ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, ο ντανταϊσμός και ο σουρεαλισμός. Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική φράση avant-garde = πρωτοπορία.
αβδηριτισμός Όρος που παραπέμπει στην ιδιόμορφη συμπεριφορά των Αβδηριτών όταν τους καταλάμβανε το αβδηριτικό μένος, όπως το αποκαλούσαν οι άλλοι Έλληνες, ψυχική έκφραση πολύ κοντά στην ευήθεια ή την αφέλεια. Γενικά, σημαίνει την ανόητη, απρογραμμάτιστη ή άκριτη ενέργεια και συμπεριφορά.
αβερροϊσμός (αγγλ. Averroism) Το σύνολο των φιλοσοφικών θεωριών που, σύμφωνα με τον Ρενάν (Ernest Renan), ήταν κοινές στους Άραβες. Κύριος εκφραστής των θεωριών αυτών, που είχαν υλιστική και πανθεϊστική απόκλιση, ήταν ο Αβερρόης (Averrois Ibn Rushd),σύμφωνα με τον οποίο τίποτα, ούτε η μορφή ούτε η ύλη, δεν μπορεί να δημιουργηθεί ή να εξελιχθεί από το μηδέν,ούτε η τάξη προηγείται της αταξίας ούτε η αταξία της τάξης, ούτε η κίνηση της ακινησίας

 
ή το αντίθετο. Η κίνηση είναι αιώνια και συνεχής, διότι κάθε κίνηση έχει την αιτία της στην προηγούμενη κίνηση· ο χρόνος εξάλλου είναι αποτέλεσμα της κίνησης. Ο θεός, αποτελώντας την ουσία του κόσμου, δεν θίγει τους νόμους της φύσης. Ο ποιητικός νους είναι το πνεύμα της γης και της ανθρωπότητας, κοινή πηγή κάθε ανθρώπινης διανόησης, από την οποία αντλούν οι άνθρωποι ανάλογα με την εσωτερική τους αγνότητα. Ο αβερροϊσμός επέδρασε βαθιά στη γαλλική φιλοσοφία του 13ου αιώνα. Κατά τον 14ο, 15ο και 16ο αιώνα διαδόθηκε πολύ και στην Ιταλία και με βάση αυτόν διαμορφώθηκε η σχολή της Πάδουας.
αβρακωτισμός
(γαλλ. sans-culottisme) Πολιτικός όρος που συνδέεται με τη Γαλλική Επανάσταση. Οι πατριώτες θεωρούσαν τιμή τους το να αυτοαποκαλούνται «αβράκωτοι», επειδή φορούσαν παντελόνια και όχι κιλότες (βράκες), όπως οι αυλικοί. Η λέξη εκφράζει το μίσος και την εμπάθεια των φτωχότερων τάξεων κατά των ευγενών. Τελικά, έγινε συνώνυμο των δημοκρατικών και προοδευτικών τάσεων στη Γαλλία. Ο ξενικός όρος προέρχεται από τη γαλλική φράση
sans-culotte = χωρίς βράκα, αβράκωτος.
αγαθαγγελισμός H πίστη στην εκπλήρωση των εθνικών πόθων. Ο όρος προέρχεται από τον τίτλο του χρησμολογικού βιβλίου Αγαθάγγελος, το οποίο προφήτευε την εκπλήρωση κάποιων εθνικών πόθων του ελληνικού λαού. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε στα μέσα του 18ου αιώνα και ήταν πολύ δημοφιλές στους υπόδουλους Έλληνες. Τελευταία, η συγγραφή του αποδίδεται στον κληρικό Θεόκλητο Πολυειδή. Γενικά, ο όρος σημαίνει την πίστη σε παρόμοιες προφητείες.
αγγλικανισμός (αγγλ. Anglicanism) Θρησκευτικό δόγμα στη Μεγάλη Βρετανία, που δημιουργήθηκε το 1534, όταν ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Η΄ αυτοανακηρύχθηκε ανώτατος αρχηγός της Εκκλησίας της Αγγλίας, επιφέροντας το διαχωρισμό της Αγγλικανικής (ή Επισκοπικής) Εκκλησίας από τη Ρώμη. Ως ξεχωριστό δόγμα καθιερώνεται επίσημα στα χρόνια της βασιλείας της Ελισάβετ Α΄, οπότε επιβλήθηκε οριστικά η βασιλική εξουσία πάνω στο δόγμα αυτό, το οποίο έλαβε την οριστική μορφή του ύστερα από την ανάμειξη καθολικών, προτεσταντικών και τοπικών στοιχείων.
αγνωστικισμός (αγγλ. agnosticism) Φιλοσοφική-γνωσιολογική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η έσχατη πραγματικότητα, η ουσία της φύσης, η ύπαρξη του Θεού ή η καταγωγή του σύμπαντος είναι αλήθειες που θα παραμείνουν άγνωστες για τον άνθρωπο, αφού δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτα πέρα από τις δικές του πνευματικές λειτουργίες. Παρ' όλα αυτά, ο αγνωστικισμός δεν αρνείται το απόλυτο. Αρνείται να δεχτεί την ύπαρξη αποδείξεων για τη φυσική βάση της θρησκείας, επειδή τις θεωρεί λίγο ή πολύ πιθανές εικασίες. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Άγγλο φυσιοδίφη Χάξλεϋ (Thomas Huxley). Άλλοι εκπρόσωποι του αγνωστικισμού είναι οι φιλόσοφοι Χιουμ (David Hume), Δαρβίνος (Charles Darwin) και Ράσελ (Βertrand Russell).
αγραμματισμός (γαλλ. agrammatisme) Μορφή διαταραχής του προφορικού και γραπτού λόγου, που εκδηλώνεται ως αδυναμία συγκρότησης προτάσεων σύμφωνα με τους συντακτικούς κανόνες.
αγραριανισμός (αγγλ. agrarianism) Κλάδος της φυσιοκρατικής σχολής της επιστήμης της οικονομίας, σύμφωνα με τον οποίο η γεωργία είναι ο κυριότερος παραγωγικός κλάδος της οικονομίας μιας χώρας. Ο αγραριανισμός θεωρεί πολύ λογική την απόλυτη προτεραιότητα της γεωργίας ως κλάδου, διότι η παραγωγική της δραστηριότητα είναι καθοριστική για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Οι θέσεις του αγραριανισμού ήταν η βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε το πολιτικό και κοινωνικό κίνημα που ονομάστηκε «αγροτικός σοσιαλισμός». Το ελληνικό Αγροτικό Κόμμα (αργότερα εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό) ήταν προϊόν αυτής της σχολής.
αγροτικισμός ή αγροτισμός 1) Όρος που χρησιμοποιήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς για να περιγράψει το φαινόμενο της ειδωλολατρίας. Προήλθε από τη λέξη «αγρός», αφού αρκετά χρόνια μετά τους Απoστόλους, μόνο οι απoμονωμένες περιοχές, δηλαδή οι αγροτικές, παρέμεναν ειδωλολατρικές. 2) Η κοινωνικοοικονομική οργάνωση της αγροτικής ζωής, καθώς και η πολιτική, οι νόμοι και τα προγράμματα που την αφορούν. αγροτοπατερισμός Νοοτροπία και αντίληψη για την καθοδήγηση των αγροτών από τους συνδικαλιστές του αγροτικού κινήματος. Ο όρος κατέληξε να έχει ειρωνική ή και υβριστική σημασία, και ο τίτλος του αγροτοπατέρα δεν είναι καθόλου τιμητικός. Αυτό οφείλεται κυρίως στη νοοτροπία που είχαν ή έχουν ακόμα συνδικαλιστικές αγροτικές παρατάξεις ή και απλοί συνδικαλιστές, να ενεργούν προς όφελος της παράταξής τους ή για το προσωπικό τους συμφέρον, ανεξάρτητα από τα πραγματικά συμφέροντα των αγροτών.
αδιαφορισμός (γαλλ. indiffirantisme) Χριστιανική θεολογική στάση που χαρακτηρίζεται από αδιαφορία και ανοχή για πράξεις και απόψεις που ούτε απαγορεύονται ούτε επιβάλλονται από την Αγία Γραφή. Ο όρος αδιαφορισμός αργότερα γενικεύτηκε και έλαβε την έννοια αρχικά της αδιαφορίας για θεολογικά και θρησκευτικά ζητήματα, και κατόπιν της συστηματικής αδιαφορίας για την πολιτική.
αδοπτιανισμός (αγγλ. Adoptionism) βλ. αντοπτιανισμός.
αδωνισμός Ο αυτοερωτισμός, ο αυτάρεσκος και υπερβολικός καλλωπισμός του άνδρα. Ο όρος προέρχεται από τον Άδωνη, μυθικό πρόσωπο, πολύ όμορφο, που ερωτεύτηκε τον εαυτό του.
αηθικισμός βλ. αμοραλισμός.
αθεϊσμός (γαλλ. atheisme) Φιλοσοφική θεωρία που αρνείται την ύπαρξη του Θεού και αποδίδει τη δημιουργία του κόσμου σε φυσικά (υλικά) αίτια. Ουσιαστικά, ο αθεϊσμός εκφράζεται μέσα από τις θεωρίες του υλοζωισμού και του υλισμού και είναι η κατεξοχήν μονιστική φιλοσοφική θεωρία.
αισθητισμός (γαλλ. esthetisme) 1) Φιλοσοφική ηθική δοξασία η οποία θεωρεί ότι οι αισθήσεις είναι αυτές που καθορίζουν τις ηθικές αξίες. 2) Καλλιτεχνική σχολή που έχει σκοπό να επαναφέρει τις τέχνες και τις εκφράσεις γενικά της ζωής, όταν αυτές συνδυάζονται κι εξωτερικεύονται, σε αρχαϊκές και πρωτόγονες μορφές. Η σχολή αυτή ως τάση προϋπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση σε όλες τις μορφές τέχνης, αλλά πιο ξεκάθαρα εμφανίστηκε κυρίως στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική κατά τον 18ο αιώνα. Επίσης, με τον όρο αισθητισμός σηματοδοτείται και η καλλιτεχνική τάση για την ωραιοποίηση του αισθητού κόσμου.

Διαβάστε την κριτική στην "Ελευθεροτυπία" εδώ .

Αγοράστε το βιβλίο εδώ.